Ευτυχώς πέρασε…σαν τα τρένα που περνάνε από το σταθμό. Έμεινε για λίγο, να δεχτεί τους τελευταίους απαιτητικούς και ανυπόμονους επιβάτες του. Άλλοι μεγαλόσωμοι και γερασμένοι, εναπομείναντες μορφές αυτού του σκληρού κόσμου, και άλλοι λεπτοί μα σκυθρωποί και σκελετωμένοι, συμπλήρωναν αυτό το παζλ του θλιμμένου ταξιδιού, που το τρένο θα ακολουθούσε. Η μόνη χαρούμενη παρουσία σε αυτή την πανδαισία θλίψης ήταν τα παιδιά. Δύο τρία μικρά παιδάκια που έφερναν βόλτα γύρω από τους επιβάτες, προσπαθώντας να τους κάνουν και αυτούς να χαμογελάσουν.
Κρατούσαν μπαλόνια.. περίεργα μπαλόνια κόκκινου χρώματος, που έγραφαν διακριτικά Α, Ε, Ζ. Περίεργα πράγματα… Δε γελούσε κανένας στο τρένο.. Σκυφτοί, σκυθρωποί, περίμεναν το τρένο να ξεκινήσει. Κακοί άνθρωποι. Λένε ότι η “αύρα” σου μεταφέρεται σε όλους γύρω σου.. ακριβώς αυτό έγινε. Αν ένα χρώμα μπορούσε να περιγράψει το τρένο εκείνο ήταν το σκούρο βαθύ μπλε – σχεδόν μαύρο. Πένθιμο χρώμα, πένθιμη και η ατμόσφαιρά του. Έχοντας σαν μόνη χαρά, σαν μόνο φως τα παιδιά που μετέφερε στον προορισμό τους.
Το τρένο άρχισε να σφυρίζει. Πώς όμως να καταδεχόταν να μεταφέρει τέτοιους επιβάτες. Ήταν ψυχρό σίδερο και όμως είχε καρδιά. Πίστευε σε κάτι. Πίστευε και ας μην είχε αισθήματα. Δεν ήθελε να ξεκινήσει. Ας το πίεζε ο μηχανοδηγός, αυτό δεν ήθελε. Δεν ήταν προορισμένο για μία λίμνη δακρύων, για μία διαδρομή με απρόβλεπτο τέλος, για ένα φεγγάρι χωρίς προσμονή. Να έτρεχε, φυσικα! Να έτρεχε! Όχι όμως για το τέλος, μα για την αρχή… Κουβαλούσε εξάλλου τρία όμορφα, χαρούμενα παιδιά. Δε μπορούσε να τα αφήσει έτσι! Πώς να τα άφηνε έτσι; Θα ήταν σαν να εγκατέλειπε τους τροχούς του ή ακόμα χειρότερα, να ξερίζωνε τη μηχανική, μα ευαίσθητη, σιδερένια καρδιά του. Στον κόσμο άλλωστε αυτό, η καρδιά του μόνο ένα πράγμα εμπιστεύθηκε.. τις ράγες. Μόνο αυτές δεν είχαν προδώσει εκείνο το τρένο ποτέ στην ψεύτικη, μηχανοκίνητη ζωή του. Έτσι, όπως εκείνες εμπιστευόταν αυτό και αυτό εμπιστευόταν τις λεπτές γραμμές που έδειχναν τη διαδρομή. Πώς να πρόδιδε ακόμα και αυτές, που το περίμεναν πώς και πώς, όλο προσμονή και χαρά; Να έκοβε το χαμόγελό τους; Και αν – λέω αν – μία από αυτές αυτοκτονούσε στραβώνοντας την άκρη της; Τότε; Τότε τι θα γινόταν το τρένο; Πώς θα άντεχε τον πόνο; Όταν και το ίδιο ήξερε ότι αυτό τον προκάλεσε! Ω…τρομερή λύπη.
Για αυτό το τρένο μούγκριζε, όμως έμεινε αμετανόητος και αεικίνητος βράχος εκεί στο σταθμό. Δεν τον ενδιέφερε η καθυστέρηση. Δεν ήθελε απλά να ταξιδέψει. Πρώτη φορά που μισούσε να είναι τρένο και πρώτη φορά που ένιωθε περήφανο που αντιδρούσε στο “βασιλιά” σταθμάρχη και στον “αφέντη” οδηγό του.Ο καπνός γέμιζε την ατμόσφαιρα.. μαύρος, δείχνοντας τη θλίψη και την αντίδραση του κατεργάρικου τρένου που δεν ήθελε πια να τρώει κάρβουνο για να κινείται, παρά τους μηχανικούς που φέρανε για να το εξετάσουν…
Κανένας “γιατρός” δεν έφερε αποτέλεσμα..
Οι επιβάτες άρχισαν να αγανακτούν και μαζί τους και τα παιδιά. Όχι από τίποτα άλλο, αλλά επειδή ήθελαν να τρέχουν, όπως η ζωή, η αγάπη και ο έρωτας που θέλουν συνεχώς εξελίξεις νέες… Ήθελαν να εξερευνήσουν καινούρια μέρη και τοπία.. άσε που από τον καπνό δεν έβλεπαν καν την πλατφόρμα του σταθμού. Αποφάσισαν να δράσουν.
Κατέβηκαν από το τρένο λαθραία και περπατώντας σιγά σιγά,όπως οι γάτες κυνηγώντας το ποντίκι, ώστε κανένας να μην τους καταλάβει πήγαν πίσω από το τρένο και ξεκίνησαν να το σπρώχνουν! Το ίδιο νιώθοντας το σκούντημα αντέδρασε προχωρώντας πιο μπροστά. Τα παιδιά συνέχισαν να σπρώχνουν και το τρένο συνέχισε να αντιδράει, μέχρι που τα ίδια έτρεξαν και ανέβηκαν επάνω του και το τρένο μην έχοντας καταλάβει τι το ώθησε προς τα μπροστά συνέχισε την πορεία του. Οι ράγες δέχτηκαν με ευχαρίστηση την εκκίνησή του, όπως με γιορτασμούς τη δέχτηκαν και οι τρεις επιβάτες του. Οι υπόλοιποι, αγανακτισμένοι και μη μπορώντας να αλλάξουντ η βούληση του τρένου, κατέβηκαν και περίμεναν το επόμενο, ενώ κάποιοι εγκατέλειψαν και την προσπάθεια να ταξιδέψουν και αφήνοντας το τρένο και τους μικρούς επιβάτες του και τα κόκκινα μπαλόνια τους στην ησυχία τους να απολαύσουν τη νέα διαδρομή…
