To σημερινό ξύπνημα διέφερε από τα υπόλοιπα… ανήσυχος ο ύπνος μου… ο κόμπος στο στομάχι φταίει… Σήμερα… ναι σωστά σήμερα είναι που θα φύγεις… Θα κάνεις τη βαλίτσα σου και θα φύγεις… αυτό ήταν.. τελείωσε ο χρονος… τελείωσε η άμμος στην κλεψύδρα… λίγοι κόκκοι απέμειναν να πέσουν μέχρι να την ξαναγυρίσουμε από την αρχή… Αρνούμαι πεισματικά να αφήσω τους κόκκους να πέσουν… προσπαθώ να κερδίσω χρόνο, μπας και γυρίσουν πίσω τα αναθεματισμένα! Διπλασιάζω τους ρυθμούς.. τρέχω να προλάβω… να προλάβω τι; Το χρόνο; Φεύγει… διότι δυστυχώς η βαρύτητα δεν έχει εξαιρέσεις και οι κόκκοι θα πέσουν κάποια στιγμή…
Θα μαγειρέψουμε μαζί σήμερα.. πάμε στην αγορά.. από τις καλύτερες βόλτες που κάναμε ήταν… εμείς ψωνίζαμε για το μεσημέρι που θα πειραματιζόμασταν. Ωραία σκηνή, ωραίες ιδέες, χαρούμενα πρόσωπα… Έτσι πρέπει.. να είμαστε χαρούμενα πρόσωπα έτσι θα θυμόμαστε ο ένας τον άλλο μέχρι να ξαναϊδωθούμε… Κατηφορίζουμε για το σπίτι σου, ανεβαίνουμε επάνω και ξεκινά το μαγείρεμα… δε βοήθησα πολύ το παραδέχομαι.. απέμεινα να σε κοιτάζω.. πώς μαγειρεύεις, πώς συνδυάζεις τα υλικά, με τι στοργικότητα συμπεριφέρεσαι στην κατακόκκινη σάλτσα που μόλις έφτιαξες… σε χαίρομαι.. είμαι περήφανος για σένα.. χαμογελάω..
Με κάνεις να χαμογελάω… ή καλύτερα να πετάω… Καθημερινά είμαι αστροναύτης που κάνω το γύρο του κόσμου χιλιάδες φορές στην αγκαλιά σου… Όλα καλά… μέχρι που ξεκίνησε η βαλίτσα.. άρχισες να βάζεις ρούχα μέσα… δεν ήθελα να σε βλέπω… τα μάτια μου απέφευγαν αυτή τη στιγμή… όταν γέμιζες την κόκκινη βαλίτσα σου το έκανες γιατί θα γύριζες πίσω σε δύο μέρες… όταν έκανες τη βαλίτσα σου πήγαινα στο λεωφορείο και σε έβλεπα να φεύγεις γιατί θα ξαναερχόσουν… ίσως όχι σήμερα..
Το φαγητό έγινε… ας φάμε! Η αλμύρα των δακρύων της ψυχής δεν πάει με το φαγητό σωστά; Νόστιμο είναι… Κάθε μικρή μπουκιά που έτρωγα ήταν μία στιγμή απόλαυσης και ευτυχίας για μένα… αλλά ο χρόνος τρέχει, χωρίς να τον τρέχεις εσύ… Δε μπορώ να τον τραβήξω λίγο πίσω; Να του βάλω μια τρικλοποδιά να σταματήσει επιτέλους; Δε μπορώ ε; Κρίμα… κανενας δε μπορεί..
Πηγαίνουμε στο δωμάτιό σου… τα τελευταία σου πράγματα να βάλεις… σε κοιτάζω σαν μικρό παιδί και σε παρακαλάω να μη φύγεις.. ειλικρινά… μη φύγεις… μείνε εδώ… αν γίνεται.. μείνε εδώ…Δε μπορείς… ακούω το φερμουάρ να κουμπώνει τα όνειρά μου και τα σιδερένια δόντια του να δαγκώνουν με μανία τα παρακάλια μου… δε μίσησα ποτέ ξανά τα φερμουάρ όσο τώρα… Φύγαμε… άσε με να κουβαλήσω τη βαλίτσα.. είναι βαριά για σένα….
Και έτσι φτάσαμε στα ΚΤΕΛ… το λεωφορείο αναχωρεί σε 10 λεπτά… έχω 10 ολόκληρα λεπτά και κάτι δευτερόλεπτα να κοιτάξω το πρόσωπό σου… να το θαυμάζω… να σε φιλήσω στο ζεστό και κόκκινο μάγουλό σου, να σε αγκαλιάσω πριν σε πάρει μακριά μου η τεράστια μάζα από παλιοσίδερα βαμμένα σε πράσινο χρώμα… Μη φύγεις… σε παρακαλώ μη φύγεις συνεχίζω να παρακαλάω μέσα μου, να φωνάζω χωρίς φωνή, να ουρλιάζω χωρίς κανένας να με ακούει μόνο εγώ… Εσύ ανεβαίνεις, κάθεσαι στο παράθυρο.. να σε βλέπω… σου στέλνω ένα τελευταίο μήνυμα ενώ από μέσα μου κρατιέμαι να μη φωνάξω, να μη σε γελοιοποιήσω.. να μη γελοιοποιηθώ…. γιατί βλέπετε υπάρχουν τύποι στην κοινωνία μας… ανούσιοι τύποι χωρίς κανένα αποτέλεσμα…. Το μόνο που λέω είναι να ξεκινήσει, μπας και σταματήσω να ουρλιάζω..
Μόλις όμως ακούω το μουγκριτό της μηχανής θέλω να σπάσω την πόρτα, να παρακαλέσω τον οδηγό να με βάλει μέσα, δε με νοιάζει που δε θα έχω να γυρίσω… δε με νοιάζει που θα κοιμηθώ.. μόνο λίγες στιγμές ακόμα.. αυτό θέλω.. λίγες στιγμές ακόμα… και οι ρόδες ξεκινούν και εγώ πονάω… πονάω σε κάθε μέτρο που διανύουν…. τρέχω προς την έξοδο… να σε δω… για λίγο ακόμη… να σε δω… να σε δω… να μου χαμογελάσεις… να με χαιρετήσεις και να φύγεις. Να σε δω μόνο να μου γελάς…
Θέλω να ξεχαστώ… μιλάω μιλάω μιλάω… δεν ξεχνιέμαι… γυρίζω σπίτι…
Άδειο χωρίς εσένα.. έλα σε παρακαλώ… έλα και θα στρώσω εγώ το κρεβάτι το πρωί.. έλα και θα μας κάνω πρωινό και ας μη θες να φας… θα σε ξυπνήσω γλυκά όπως γλυκά θα κοιμηθούμε…… αυτή η νύχτα δε λέει να περάσει… ατέλειωτη είναι.. νυστάζω… δεν κοιμάμαι….. δε θέλω… μου λείπεις.